Η Σιφνιοσύνη του Προβελέγγιου
90 χρόνια από τον θάνατο του πιο “επώνυμου” Σιφνιού.
Δημοσιεύτηκε εν μερει στον ετήσιο οδηγό YOU ARE HERE του 2026. Ακολουθεί το πλήρες κείμενο.
Ἀλλ’ ὅμως θἄλθῃ ἕνας καιρός, θὰ ξημερώσῃ μέρα,
ὦ θαλασσοθεμέλι̰ωτη πατρίδα, ποῦ
ἡ περασμένη δόξα σου, πεντάμορφη καὶ ἀκαίρια
θὰ λάμψῃ σ’ ἕνα Ἀπόλλωνα, σὲ κάποι̰αν Ἀφροδίτη.
Εκ πρώτης όψεως πρόκειται για έναν φαινομενικά απλό και λιτό τίτλο άρθρου σε ένα περιοδικό, που ουσιαστικά αυτόν ακριβώς τον ρόλο επιτελεί: ενός Οδηγού Σιφνιοσύνης. Και όμως! Και οι δύο συστατικές λέξεις του τίτλου έχουν ανάγκη από ανάλυση και επεξήγηση, μολονότι ίσως φαίνονται προφανείς σε περιεχόμενο.
Τα δύσκολα ξεκινούν ήδη από τον ορισμό και την μετάφραση της «Σιφνιοσύνης». Όχι μόνο σε κάποια από τις γλώσσες που εκδίδεται το περιοδικό YOU ARE HERE, αλλά ακόμη και στα Ελληνικά. Τί καταλαβαίνει κανείς όταν συναντά για πρώτη φορά αυτήν τη λέξη, αν δεν είναι Σιφνιός; Ή, τί καταλαβαίνει ένας Σιφνιός τού σήμερα για την όποια διαφορετικότητά του;
Ομόηχη και παρόμοιας ορθογραφίας, τουλάχιστον στα αυτιά μου με την «καλοσύνη» και την «ρωμιοσύνη», πρωτοάκουσα αυτήν την λέξη από τον λόγιο (όχι μόνο στην σκέψη) φίλο Γιώργο Θεοδώρου. Αν και σίγουρα ο ίδιος δεν θα βιαζόταν να απεκδυθεί της πατρότητας, εν τούτοις θα μπορούσε να δώσει πολύ καλύτερα από εμένα έναν ορισμό της μοναδικής ιδιότητας που μέχρι τώρα ορίζει έναν Σιφνιό. Σιφνιό στην καταγωγή, Σιφνιό στην νοοτροπία, Σιφνιό στην κοσμοθεωρία; Ή όλα μαζί αυτά μαζεμένα; Ποιά είναι τα χαρακτηριστικά συστατικά της έννοιας; Πολύ γρήγορα θα προσπαθήσω να ξεπεράσω το προφανές και να δώσω μια περιφραστική περιγραφή. Όχι μόνο ομφαλοσκοπώντας κρίνοντας εξ ιδίων, αλλά και μέσα από την αυθόρμητη απάντηση που ο Γ. Θεοδώρου μοιράστηκε μαζί μου, όταν τον συνέλαβα εξαπίνης θέτοντάς του το σχετικό ερώτημα.
Σιφνιοσύνη είναι πρώτιστα η άδολη και αγνή αγάπη για κάθε τι Σιφνέϊκο. Αρκεί όμως αυτός ο κυκλοτερής ορισμός ταυτοσημίας; Γιατί, στο κάτω-κάτω, με το ίδιο σκεπτικό όλοι μπορούν να ταυτιστούν με κάποια δική τους εντοπιότητα. Οπότε τότε θα είχαμε και «Ναξιοσύνη», «Τηνιοσύνη», «Παριοσύνη» κ.ο.κ., τα οποία ήδη ακούγονται εξωτικά και εξωπραγματικά. Ή μήπως, επιπρόσθετα, είναι η υιοθέτηση παραδοσιακών αξιών ζωής, γνήσιων και αυθεντικών, όπως τις ανέπτυξαν και τις προστάτευσαν οι πρόγονοί μας; Ήτοι: ισορροπημένη απλότητα, εγκράτεια, προσφορά στον συνάνθρωπο, αρμονία, γλυκύτητα, σεβασμός στην μητέρα-Φύση, συμμετοχικότητα. Όλα αυτά μαζί, σίγουρα.
Αλλά είναι και πίστη σε αξίες που εκφράζονται μέσα από μια θρησκευτικότητα, από μια συνείδηση μακραίωνης και αδιάλειπτης διαχρονικότητας, από ένα «μέτρον» στις καθημερινές εκφάνσεις της ζωής, από μια αίσθηση του «ανήκειν» σε έναν ιδιαίτερο τρόπο διαβίωσης και τελικά σε μια μοναδικότητα εκπεφρασμένη με μια ιδιαίτερη ντοπιολαλιά. Είναι μήπως εκείνο το λαϊκό θυμοσοφικό “περίσσιο που χαλάει το ίσιο“; Αρκούν η καταγωγή, η κοινή ιστορία και τα παιδικά βιώματα; Ή είναι η Σιφνιοσύνη ως έννοια κάτι το επίκτητο, που ξεπερνάει την αυτοφυή κληρονομικότητα και ακολουθεί το ισοκρατικό αξίωμα περί ομοδόξου και ομοτρόπου και κοινής εν τέλει παιδείας; Αναμφίβολα πάντως είναι η νησιωτικότητα, η κοινωνικότητα και το φίλεργον που συνδέει και ξεχωρίζει την απανταχού Σιφνιακή διασπορά, ανέκαθεν ανθρώπων της προόδου πέρα από γεωγραφικά στεγανά.

(φωτογραφία αρχείου, Α. Πετρόπουλος, 1999)
Βιάζομαι να περάσω στην δεύτερη «άγνωστη» λέξη του τίτλου, που βέβαια αναφέρεται στον πλέον επιφανή και «επώνυμο» σύγχρονο Σιφνιό που ανέδειξε αυτός ο βράχος του Αιγαίου, τον εθνικό ποιητή Αριστομένη Προβελέγγιο. Αυτόν τον «διάσημο άγνωστο» στο πανελλήνιο και στις γενιές του 20ού αιώνα, όπως τον έχω αποκαλέσει. Ιδιαίτερη ευκαιρία: φέτος συμπληρώνονται 90 χρόνια από τον θάνατό του και αντί για εορταστικές εκδηλώσεις μνήμης στο νησί που τίμησε με το όνομα και το έργο του, μάλλον σε μένα πέφτει ο κλήρος να το υπενθυμίσω με κάποια ταπεινή αρθρογραφία μου. Ίσως μάλιστα να είναι και σημαδιακό πως πέθανε εδώ στην Σίφνο, μια Μεγάλη Τετάρτη του 1936. Θεόσταλτη σύμπτωση, αφού και πάλι το ’φερε η μοίρα, η Μεγάλη Τετάρτη του 2026 να είναι στις 8 Απριλίου.

Μια μέρα πριν, ο συγκινημένος δήμαρχος του τότε θα διάβαζε στον κατάκοιτο ηλικιωμένο ποιητή το τηλεγράφημα του Βασιληά για την αργοπορημένη παρασημοφόρησή του. Τελευταία δημόσια τιμή από τις πολλές που πρόλαβε να απολαύσει σε μια πραγματικά γεμάτη ζωή 87 ετών. Και την επομένη όλο το νησί, χωρίς εξαίρεση, θα ακολουθούσε τον γέρο ποιητή στην τελευταία λιτή κατοικία του στον γερο-ΑηΝικόλα των Εξαμπέλων. Εκεί όπου αναπαύεται κάτω από ένα αιωνόβιο πεύκο με συντροφιά το επίγραμμα, που έσπευσε να του αφιερώσει ο Κωστής Παλαμάς, ποιητικός συνταξιδιώτης μιας ολάκερης ζωής:
Στὴ Σίφνο, τῆς ἀκρογιαλιᾶς πουλὶ μακαριστὸ κοιμήσου·
ἀκοίμητα τὸ νέο τραγοῦδι κ’ ἡ ἀρχαία ὠδή.
Τὸ στόμα σου πρώτη φορὰ σωπαίνει· τραγουδεῖ
τοῦ Αἰγαίου τὸ κῦμα ἀθάνατο μαζί σου.
Μέσα σε ελάχιστες λέξεις ο εθνικός βάρδος έχει περικλείσει όλη την ζωή του Σιφνιού ποιητή. «Πουλί της ακρογιαλιάς» τον αποκαλεί, γιατί στο ερημήτικο κελλί του, στην πετρογολέττα του Αιγαίου, στο βραχώδες ακρωτήρι της Παναγιάς Χρυσοπηγής, είχε ο Προβελέγγιος εμπνευστεί και συνθέσει τα περισσότερα διάσημα ποιήματά του. Εκεί όπου και σήμερα απομένει μια ξεθωριασμένη μαρμάρινη υπομνηστική πινακίδα. Ποιήματα που μέσα από τα σχολικά αναγνώσματα ενός αιώνα θα γινόντουσαν κτήμα εκατομμυρίων ελληνόπουλων. Ποιήματα-τραγούδια που υμνούν τον θαυμασμό του για το ελληνικό πνευματικό υπόδειγμα, είτε ως σύγχρονος ωδοποιός είτε ως αρχαιοπρεπής τροβαδούρος.

Εκεί όπου, με τον αέναο κυματισμό να παφλάζει ακριβώς κάτω από το παράθυρό του, η θάλασσα θα έφερνε μηνύματα από μακρινά ελληνικά μέρη, που θα συγκινούσαν την ευαίσθητη ελληνοπρεπή ψυχή του. Εκεί όπου θα γνώριζε από πρώτο χέρι τα ορμητικά στοιχεία της φύσης και τα ανθρωπόμορφα στοιχειά της νησιώτικης ναυτικής δεισιδαιμονίας. Και αφού θα είχε πετάξει σαν γλάρος με τα μάτια της φαντασίας του, αφού πια τα είχε γνωρίσει από την καλή και την ανάποδη, θα μπορούσε να τα περιγράψει, να τα υμνήσει και να τα εξημερώσει με την μοναδική ποιητική του Μούσα. Το «δαιμόνιο», όπως την αποκαλούσε. Μια μοναχική συντροφιά που τον συντρόφευε αδιάλειπτα ήδη από τα νεανικά του χρόνια.

«Νησιώτης» ήταν το ψευδώνυμο που θα διάλεγε να χρησιμοποιεί στις σπάνιες περιπτώσεις που δεν υπέγραφε ολογράφως και ασύντμητα με το «σήμα κατατεθέν» μακρύλεκτο αναγνωρίσιμο ονοματεπώνυμό του: «Αριστομένης Προβελέγγιος». Και ζυμωμένος με τον πόνο, τις κακουχίες και τις προσδοκίες των ναυτικών, της ξενητειάς, της ψαράδικης ναυτοσύνης και της αβέβαιης μοιρολατρικής έκβασης θα γέμιζε σελίδες με συγκλονιστικές αιγαιοπελαγίτικες περιγραφές. Ήρθαν όμως τα εμπορευματοποιημένα νομπέλ και οι φιλολογίζοντες απολογητές τους για να του αφαιρέσουν καταχρηστικά τον δικαιωματικό τίτλο του «Αιγαιοπελαγίτη». Τον τίτλο που κανείς σύγχρονός του δεν θα τολμούσε καν να σκεφτεί να του τον στερήσει. Ήρθαν οι γλυκανάλατες περιγραφές με τα μάτια ενός τουρίστα επισκέπτη των καλοκαιρινών διακοπών στα νησιά του Αιγαίου, σύμβολο όχι μιας καθημερινής αγωνίας για την επιβίωση στο έλεος του Θεού, αλλά μιας βιομηχανοποιημένης εμπειρίας. Ας είναι! Για όποιον έχει γνώση και κρίση, το έργο του παραμένει αθάνατη υπενθύμιση ενός από τα κύρια χαρακτηριστικά της Σιφνιοσύνης.
Ο ιδιαίτερα δυσεύρετος, αλλά πάντοτε εύστοχος και μελετημένος, λόγος του διεισδυτικού κριτικού και ποιητή Τέλλου Άγρα (Νοέμβριος 1934) αρκεί για να επιβεβαιώσει τον καταληκτικό στίχο «τραγουδεῖ τοῦ Αἰγαίου τὸ κῦμα ἀθάνατο μαζί σου» από το ανωτέρω τετράστιχο του Παλαμά. Πράγματι, ας αφήσω τον καταλληλότερο από εμένα Αγρα να περιγράψει το μοναδικό ιδιόρρυθμο μέτρο του Προβελέγγιου:
«Λοιπόν, να το ειπούμε παίζοντας; να το ειπούμε σπουδάζοντας; Η ανισότητά του η μετρημένη, η στρογγυλή αρρυθμία του, πότε το συμμάζεμμα και πότε το άπλωμα των συλλαβών του, θαρρώ πως είναι της ελληνικής θαλάσσης στιχουργική μεταφορά· πως ο άστατος και πολυδιήγητος ρυθμός της, το αιώνιο και αργόσυρτο «πήγαιν’ έλα» των κυμάτων της, με το οποίον, ογδοήντα χρόνια τώρα, λικνίζεται από κοντά και από μακρυά, μέρα και νύχτα, χειμώνα και καλοκαίρι, η ακοή του ποιητού, αποτυπώθηκε στον ρυθμόν παρόμοιων στίχων…»
Αυτά όσον αφορά στην νησιωτικότητα ως μέρος της Σιφνιοσύνης στην γραφή τού Αρχιπελαγίτη (όπως δικαιωματικά τον αναβιβάζω από τούδε) Προβελέγγιου. Δεν θα είχε νόημα η παράθεση στίχων και αποσπασμάτων από σχετικά πολύστιχα και κατά κανόνα μακρόστιχα ποιήματα. Οι επικεφαλίδες των ενοτήτων από τις δημοσιευμένες ποιητικές συλλογές του και μόνον αρκούν: ΘΑΛΑΣΣΑ! (1896), 19 ποιήματα, 2.307 στίχοι των 13.072 λέξεων· ΤΑ ΝΗΣΙΑ ΜΑΣ (1916), 33 ποιήματα, 1.348 στίχοι των 6.435 λέξεων· ΤΟ ΑΙΓΑΙΟΝ, ΜΙΑ ΦΑΝΤΑΣΙΑ (1934), ένα ποίημα 200 στίχων και 1.000 λέξεων· πέρα από δεκάδες άλλα θαλασσινά ποιήματα, δημοσιευμένα και ανέκδοτα, σπαρμένα σε περιοδικά και εφημερίδες, όπως το καλά κρυμμένο ΠΛΟΥΣ ΑΡΙΩΝΟΣ (1883 και εκ νέου το 1931). Του γράφει με πλησμονή ο στενός φίλος του εξ ίσου φυσιολάτρης ποιητής Γεώργιος Δροσίνης σε μια προσωπική τους αλληλογραφία:
«… Κάμε μας μίαν σειράν θαλασσινών τραγουδιών μικρών και σπαρταριστών από φρεσκάδα πριν έβγουν τα σύκα και σε ξελογιάσουν…»

Γραφείο Δ. Βικέλα (ΣΩΒ), φωτογραφία Γ. Σωτηριάδης (Απρίλιος 1916)
Γεννημένος στο πατρικό αρχοντικό στα Εξάμπελα της Σίφνου, κάπου εκεί στα 1850 (ήδη ελέγχεται), ο νεαρός Αριστομένης έζησε όλα τα παιδικά βιώματα μιας ανέμελης καθημερινότητας. Πατέρας του ο βαθύπλουτος και παντοδύναμος Ιωάννης Προβελέγγιος, δήμαρχος και βουλευτής για πολλές δεκαετίες. Θείος του ο διάσημος νομομαθής Κωνσταντίνος, βασικό στέλεχος της Βασιλικής Αυλής, αρχικά το «δεξί χέρι» του βασιλέα Όθωνα για δεκαετίες και του Γεωργίου του Α΄ αργότερα. Μητέρα του η Αικατερίνη, κόρη του Νικολάου Χρυσόγελου, πρώτου υπουργού Παιδείας της Καποδιστριακής Ελληνικής Πολιτείας και μετέπειτα γερουσιαστή. Πολύτεκνοι οι γονείς με επτά παιδιά και με τον Αριστομένη προτελευταίο στη σειρά των πέντε διαδόχων.

Η μόρφωση τού προσφέρθηκε απλόχερα και ο μετέπειτα ποιητής την άδραξε ψυχή τε και σώματι. Από άτακτος και ανήσυχος μαθητής στο παιδικό σχολείο της Αννούσας στην Αγία Βαρβάρα του χωριού του, συνέχισε στο Ελληνικό Σχολαρχείο της Απολλωνίας. Και από το πρότυπο Πρώτο Γυμνάσιο της Πλάκας στην Αθήνα, εγγραφή στο Τμήμα Φιλοσοφικής/Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Ακολούθησαν πολυετείς μεταπτυχιακές σπουδές στην Γερμανία από όπου επέστρεψε με έναν επίζηλο διδακτορικό τίτλο, σπανιότατο τυπικό προσόν για τους λογοτέχνες της εποχής. Λίγο πριν ξεκινήσει τις πανεπιστημιακές του σπουδές πήρε και την μεγάλη απόφαση ζωής στο δίλημμα «ποίηση ή μουσική». Ακολουθώντας το παράδειγμα του Λαμαρτίνου, διάλεξε για σύντροφο την Απολλώνεια μούσα Καλλιόπη και δεν την αποχωρίστηκε ποτέ πια μέχρι το τέλος της ζωής του.
Στο ενδιάμεσο των μαθητικών και φοιτητικών σπουδών του είχε προλάβει να καταξιωθεί ως πολλά υποσχόμενος νέος ποιητής με διαδοχικές βραβεύσεις σε πανελλήνιους ποιητικούς διαγωνισμούς. Πολυσέλιδα επικολυρικά ποιήματα σε ιδιόρρυθμη γλωσσική καθαρεύουσα, όπως ίσως ήταν η μόδα της εποχής: ΘΗΣΕΥΣ (1870), ΤΟ ΜΗΛΟΝ ΤΗΣ ΕΡΙΔΟΣ (1871), ΛΥΡΙΚΑΙ ΠΟΙΗΣΕΙΣ (1873). Αποκορύφωμα το ΑΔΑΜ ΚΑΙ ΕΥΑ (1874) των 134 σελίδων και 3.322 στίχων με έμπνευση από το μνημειώδες έργο της παγκόσμιας λογοτεχνίας, τον «Απολεσθέντα Παράδεισο» του Άγγλου John Milton (1667). Σε αυτό θα εμφανισθούν οι πρώτες θρησκευτικές ανησυχίες και εσχατολογικές φιλοσοφικές απόψεις του Προβελέγγιου, απότοκες μιας βαθιάς χριστιανικής μόρφωσης στην παραδοσιακή Σίφνο των 237 μονών και εκκλησιών και του «Παιδευτηρίου του Αρχιπελάγους», της Σχολής του Παναγίου Τάφου του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων.
Μια θρησκευτικότητα, δεύτερο συστατικό της Σιφνιοσύνης του, που τον ακολούθησε σε όλη του την ζωή και εκφράστηκε στο έργο του, ποιητικό και θεατρικό. Σχεδόν σε κάθε ποίημα ανιχνεύεται εγγενής ευσέβεια, ενώ σε μεγάλο αριθμό ποιημάτων είναι έντονο το ορμέμφυτο θρησκευτικό αίσθημα, όπως αυτό είχε ανεξίτηλα εντυπωθεί στην παιδική ψυχή του. Εντοπίζω στο περιοδικό ΜΗ ΧΑΝΕΣΑΙ (1883) μιαν αθησαύριστη διήγηση του ιδίου. Ας απολαύσουμε τον «παπαδιαμαντικό» ποιητικό πεζό λόγο του νεαρού Αριστομένη, προσθέτοντας μια σπάνια πινελιά στο ψυχογράφημά του:
«Καὶ ὁ χαράσσων τὰς γραμμὰς αὐτάς, παιδίον ἔτι πενταετὲς ὤν, ἑώρταζε τὸ ἅγιον Πάσχα εἰς τὴν γεννέτειραν νῆσον, καὶ ἦτο μέλος τοῦ τρυφεροῦ χοροῦ, ὅστις ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν τῆς θεοσεβοῦς διδασκαλίσσης ἔμελλε νὰ ψάλῃ τὸ “Χριστὸς ἀνέστη!” περιερχόμενος τὸ τερπνὸν χωρίον. Ἡ ἐπίσημος καὶ ὑψηλὴ στιγμὴ τῆς Ἀναστάσεως φθάνει, πρὸς ἀνατολὰς τελεῖται μαγικὸς ἀγὼν μεταξὺ τῆς νυκτὸς καὶ τῆς ἡμέρας, ἡ ἐαρινὴ φύσις ἀφυπνίζεται σμαραγδίνη εἰς τὸ πρῶτον φίλημα τοῦ λυκαυγοῦς, τὰ μυροβόλα ὄρη ἀντιλαλοῦν τὸν φαιδρὸν ἦχον τῶν κωδώνων, ὁ μικρὸς χορὸς ψάλλει, ἀλλὰ μάτην τὸ πενταετὲς παιδίον προσπαθεῖ νὰ ἐκβάλῃ φωνήν• ἄγνωστος συγκίνησις πνίγει πάντα φθόγγον καὶ πληροῦνται δακρύων οἱ ὀφθαλμοί του».
Να είναι άραγε αυτή η ευαίσθητη συναισθαντικότητα ένδειξη Σιφνιοσύνης; Και όμως η ευλαβής θρησκευτικότητα στους Σιφνιούς δεν θα πρέπει να συγχέεται με τυφλή θρησκοληψία. Αυτό επισημαίνει και πάλι ο Τέλλος Άγρας, πολλά χρόνια αργότερα, το 1934, σε μιαν επιστολή του προς τον Προβελέγγιο:
«Πρώτον, ο ιδεαλισμός του: ο βαθύς, ο πεπεισμένος, ο ατάραχος, ο καθ’ αυτό φιλοσοφικός ιδεαλισμός του, που, καθώς και άλλοτε το έγραψα, είναι ο αληθινώτερος και ο μονιμώτερος ιδεαλισμός στα γράμματα τα ελληνικά. Δεύτερον, η απόλυτη έλλειψη (άρνηση θα έλεγα) κάθε θρησκοληψίας μέσα στο έργο σας ! … Όλοι όσοι υποκρίνονται τον ιδεαλιστή, κατρακυλούν αμέσως στον εύκολο, τον γλοιώδη, τον ψεύτικο δρόμο της θρησκοληψίας. Εσείς μόνος είπατε το υπερήφανο «όχι», εσείς εκάματε τη διαστολή ανάμεσα στην Ψυχή και τον Θεό, στην Ιδέα και στο Θεό».
Με οδηγό το πάντοτε ελεύθερο και ανεξάρτητο πνεύμα ενός Σιφνιού, η ανεξίθρησκη φυσιοθεϊστική κοσμοθεωρία του Προβελέγγιου δεν υποχρεώθηκε να περιορισθεί σε δογματικά ιουδαιοχριστιανικά στεγανά, αλλά κατάφερε να γεφυρώσει το αμιγές χριστιανικό μήνυμα της Ανάστασης ακόμη και με τον πανθεϊσμό. Κι αυτό γιατί η ηθικοπλαστική θεώρησή του δεν ήταν επιφανειακή αλλά στάση ζωής βαθειά κατανυκτική, που κάλυπτε όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητας. Εύστοχος ο χαρακτηρισμός «ιεροφάντης των Μουσών», που του απέδωσε ο Δ. Ταγκόπουλος. Παρατηρεί ο Γ. Θέμελης (1952):
«Υπάρχουν ποιηταί και συγγραφείς, που το έργο τους είναι η άμεση προβολή της ζωής τους, δίχως καμιά παρέκκλιση. Σ’ αυτή την κατηγορία ανήκει και ο Προβελέγγιος, περισσότερο από κάθε άλλον — εκτός ίσως από τον Καβάφη. Η ποίησή του, πέρα από τα υλικά της στηρίγματα, δεν είναι παρά η κατ’ ευθείαν προέκταση του εσωτερικού του κόσμου, έτσι που να μπορή κανείς να ανιχνεύση μες από την ποιητική έκφραση τον ποιητή ως άνθρωπο και το αντίθετο».
Είχε όμως την οικονομική πολυτέλεια να ζήσει με βάση τις προσωπικές του αρχές χωρίς εκπτώσεις και συμβιβασμούς. Ίσως ένα από τα ελάχιστα παραδείγματα ποιητή αποκλειστικής ενασχόλησης για 67 ολόκληρα χρόνια, έστω και με ανάλωση της πατρικής περιουσίας. Δεν αναγκάστηκε να εργαστεί βιοποριστικά στη ζωή του παρά σε ελάχιστα διαλείμματα. Αρνήθηκε δύο φορές την πολυπόθητη για άλλους πανεπιστημιακή έδρα που του προσφέρθηκε. Χρημάτισε για ελάχιστα χρόνια γραμματέας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Γρήγορα διόρθωσε αυτό που θεώρησε σφάλμα ζωής και ολοκλήρωσε την πενταετή πολιτική του σταδιοδρομία ως βουλευτής της ιδιαιτέρας πατρίδας του, αντιλαμβανόμενος το ασυμβίβαστο του χαρακτήρα του. Ενδιαμέσως, προσέφερε και μεταφραστικό έργο στην ελληνική γραμματεία. Η μετάφραση δύο κλασσικών έργων της παγκόσμιας διανόησης, του ΦΑΟΥΣΤ του Goethe (1887) και του ΛΑΟΚΟΩΝΤΑ του Lessing (1902), θεωρούνται ακόμη και σήμερα μνημειακές εκδόσεις αναφοράς.

Πολλοί τον έχουν θεωρήσει αναχωρητή-ποιητή παρεξηγώντας την επιθυμία του να αποσύρεται για μεγάλα χρονικά διαστήματα από την «ιδιοτελεστάτη» κοινωνία των Αθηνών, όπως την αποκαλούσε. Κι αυτό παρ’ όλο που λόγω κοινωνικής θέσης και λογοτεχνικής αναγνώρισης διαδραμάτιζε κεντρικό ρόλο στην πνευματική ζωή μιας πρωτεύουσας που μεγάλωνε ραγδαία. Θεωρούσε πως η ζωή στην Σίφνο ήταν αγνή και άδολη και πως προσέφερε ασφαλές καταφύγιο σε έναν από πολύ ενωρίς χήρο με δύο μικρά παιδιά. Παρά ταύτα δεν ξαναπαντρεύθηκε επιλέγοντας και πάλι τον ανεξάρτητο δρόμο. Η παραμονή του όμως στο επαρχιακό νησί δεν τον απομάκρυνε από το λογοτεχνικό γίγνεσθαι. Ίσως δεν θα μπορούσε να γίνει και διαφορετικά για έναν θεατρικό συγγραφέα που αριθμεί 10 επιτυχημένα –κατά κανόνα– θεατρικά έργα, σχεδόν όλα βραβευμένα, κυρίως ιστορικής και κοινωνιολογικής θεματικής σε δραματουργική ποίηση. Για παράδειγμα: ΚΟΡΗ ΤΗΣ ΛΗΜΝΟΥ (1891), ΡΗΓΑΣ ΦΕΡΑΙΟΣ (1887/1920), ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΦΩΚΑΣ (1913), ΦΑΙΔΡΑ (1915), ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΕΝ ΑΥΛΙΔΙ (1927) κ.ά.
Οι μαρτυρίες για την ζωή του στην Σίφνο πιστοποιούν πως δεν έζησε απομονωμένος. Περπατούσε επί ώρες στο μοναδικό κυκλαδίτικο τοπίο εμπνεόμενος από όλες τις φάσεις της ημέρας και της νύχτας. Συγχρωτιζόταν με τους καθημερινούς ανθρώπους της βιοπάλης και της αγροτιάς ακόμη και στο καφενείο, αναζούσε τις εμπειρίες που μοιράζονταν μαζί του οι ναυτικοί και οι ψαράδες. Δοτικός προς όλους, μοιραζόταν ακόμη και τα ανάρπαστα σπάνια πορτοκάλια που μάζευε από το κτήμα του στο Σκοτεινό Εξαμπέλων, όπου η σημερινή ΑΝΔΡΟΜΕΔΑ. Εκκλησιαζόταν τακτικά συμμετέχοντας και στα γνωστά σιφνέϊκα θρησκευτικά πανηγύρια, παρακολουθούσε την επικαιρότητα αναγνωριζόμενος ως ο πλέον επιφανής από τους Σιφνιούς συμπολίτες του. Πρωτοστατούσε στην ανάταση του πατριωτικού σθένους, μεσολαβούσε και βοηθούσε σε κοινωνικά θέματα αιχμής με την κεντρική εξουσία. Σε κάθε γεγονός του νησιού –ιστορικό, θρησκευτικό, εκδρομικό, πατριωτικό, επετειακό κ.λπ.– η Μούσα του Προβελέγγιου θα ήταν πανταχού παρούσα για να το αναδείξει. Να ήταν αυτή η συμμετοχικότητα και η αίσθηση κοινωνικής προσφοράς μια ακόμη ένδειξη της Σιφνιοσύνης του;

Αλλά και οι συμπατριώτες του στο πανελλήνιο δεν άργησαν να του το ανταποδώσουν. Στην πρώτη πεντάδα βραβευθέντων με το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών ήδη από το 1915. Ο Προβελέγγιος ανακηρύχτηκε το ένα από τα τρία ιδρυτικά μέλη της Τάξης των Γραμμάτων στην νεοσύστατη Ακαδημία Αθηνών το 1926. Οι δημόσιες απαγγελίες του σε πλήθος ιστορικών επετείων τον καθιέρωσαν στην πανελλήνια κοινή γνώμη ως εθνικό και πατριωτικό ποιητή. Ευτύχησε να παρευρεθεί στα εγκαίνια της προτομής του, έργο (1935) του διασημότερου Έλληνα γλύπτη Γιαννούλη Χαλεπά, που παραμελημένη και ασυντήρητη σήμερα κοσμεί το προαύλιο του Γυμνασίου στην Καταβατή της Σίφνου. Δέχθηκε πάμπολλες τιμές και αναγνώριση από τους συγχρόνους του χωρίς επιφυλάξεις. Αρκεί να αναφερθεί ο παρασιωπημένος πλήρης τίτλος του πασίγνωστου ζωγραφικού πίνακα του Γ. Ροϊλού (c. 1917), όπου απεικονίζεται ως η κυρίαρχη φυσιογνωμία εν μέσω των πλέον διάσημων ποιητών της εποχής, για να καταδείξει την καθολική αποδοχή που απολάμβανε: «Ο ποιητής Αριστομένης Προβελέγγιος αναγιγνώσκων έργον του εις συγκέντρωσιν ποιητών» (ελαιογραφία, 170x130cm, Φ. Σ. «Ο ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ»).

Γ. Στρατήγης, Γ. Δροσίνης, Ι. Πολέμης, Κ. Παλαμάς, Γ. Σουρής, Αρ. Προβελέγγιος
Μέχρι τώρα απέφυγα να παραθέσω ποιητικούς στίχους του. Εξοικονόμησα έτσι χώρο και διάθεση για ένα ποίημα που ο ίδιος θα το θεωρούσε «Ύμνο της Σιφνιοσύνης». Δημοσιεύτηκε στο πρωτοφεμινιστικό περιοδικό ΠΛΕΙΑΣ του Σεπτεμβρίου 1900. Γράφτηκε και απαγγέλθηκε από τον ποιητή στα εγκαίνια του πρώτου σπαργανώδους αρχαιολογικού μουσείου του νησιού τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς. Το επανέφερα πρόσφατα στο προσκήνιο από την λησμοσύνη του αυτόγραφου, που φυλάσσεται στο αρχείο καταλοίπων του ποιητή στην Ακαδημία Αθηνών.
Μια άτιτλη «Ωδή στην Σίφνο»
του Αριστομένη Προβελέγγιου
Βράχε θαλασσογέννητε, χαριτωμένη Σίφνος,
μὲ τὰ ὄρη τὰ καλλίγραμμα, καὶ τὰ φαιδρὰ λαγκάδι̰α,
μὲ τὰ ποταμοσύρματα, ποῦ ἡ ροδοδάφνη σμίγει
τὰ φτερωτά της χρώματα καὶ τὸ λεπτό της μύρο
μὲ τ’ ἄσπρα, καταγάλανα τῆς λυγαρι̰ᾶς λουλούδι̰α,
ὁποῦ Νεράϊδες στερι̰ανὲς καὶ πελαγήσι̰ες Νύφες,
μὲ φύκι̰α καὶ μὲ λούλουδα στ’ ὁλόξανθο κεφάλι,
χορεύουν τὰ μεσάνυκτα στ’ ἀχνόφωτο φεγγάρι
καὶ τὸ αἰώνιο μυστικὸ τῆς Πλάσης τραγουδοῦνε.
Νησοῦλά μου, μὲ τὰ ἱερά, παλῃά σου μοναστήρια,
μὲ τὰ πολλὰ ξωκκλήσι̰ά σου, ποῦ ὁλόγυρα σὲ ζώνουν.
Μὲ τοὺς ἀρχαίους πύργους σου, ποῦ μι̰ὰ φορὰ σ’ ἐφρούρουν
καὶ τώρα μισοχάλαστοι, καὶ στοιχει̰ωμένοι τώρα
στὴν ὠμορφι̰ά σου δίνουνε γλυκειὰ μελαγχολία.
Μὲ τὰ χι̰ονάτα σου χωρι̰ά, ποῦ σἄν τὰ περιστέρια,
κοπαδι̰αστὰ καθίζουνε καὶ βόσκουν καὶ ξαπλόνουν
στῇς σκαληστὲς ραχοῦλές σου, λημέρι̰α εὐτυχισμένα,
ποῦ ζῇ ὁ καλός, ὁ φίλεργος, ὁ εἰρηνικὸς νησι̰ώτης.
Στὰ μαγεμένα σπλάχνα σου λὲν πῶς στ’ ἀρχαῖα χρόνια
ἔτρεχαν φλέβες πλούσιες μὲ καθαρὸ χρυσάφι,
κι̰’ ἀκόμη ποι̰ὸ πολύτιμο ἀπ’ ὅλα τὰ χρυσάφι̰α
σ’ ἐστόλιζε τὸ μάρμαρο, ποῦ σκάλισαν τεχνῖτες
μ’ εὐλάβεια καὶ μ’ αἴσθημα καὶ μ’ ἔμπνευσι κι ἀγάπη.
Κ’ ἤσουν λευκοστεφάνωτη, σἄν Νύφη ζηλεμένη,
ἀπὸ ναοὺς κι̰’ ἀγάλματα καὶ κτίρια καὶ κολῶνες,
ποῦ τὴν ψυχὴν ἐμάγευαν κ’ ἐθάμπωναν τὰ μάτι̰α,
μὲ τὰ σοφά, θαυμάσια σκαλίσματα τῆς τέχνης.
Ἀλλ’ ὅμως τρεῖς καὶ τέσσαρες χιλιάδες χρόνια πῆγαν,
καὶ τὸ χρυσάφι ἐστείρεψε· — γιατί περνοῦν τὰ πλούτη
καὶ δὲν ἀφίνουν πίσω των σιμάδι μέσ’ στὰ χρόνια !
Ἐμεῖς τὴν δόξα θέλομεν ποῦ ζῇ μέσ’ στοὺς αἰῶνας,
π’ ὅσο οἱ καιροὶ διαβαίνουνε, τόσον αὐτὴ πληθαίνει
καὶ ρέει σἄν τὴν ἀστείρευτη, σἄν τὴν αἰώνι̰α βρύση.
Ἐμεῖς τὴν δόξα θέλομεν ποῦ βγαίνει ἀπὸ τὴν Τέχνη
θεόπνευστη, λευκόφτερη κι̰’ ἀκτινοβολημένη.
Τῆς παλαιᾶς τῆς λάμψης σου ζητοῦμε μι̰ὰν ἀκτῖνα
θαμμένη μέσ’ ’στὰ χώματα τὰ τρισαγαπημένα.
Ζητοῦμ’ ἕνα δι̰αμάντι σου ἀπ’ τὰ πολλά σου ἐκεῖνα,
ποῦ τὴν χρυσῆ κορῶνά σου σοῦ στόλιζαν μι̰ὰ μέρα !
Ὤ, ναί ! Γι̰ατί πῶς γίνεται, στὴ γῆ μας τὴν ὡραία,
ποῦ μι̰ὰ καινούργια ζωγραφι̰ὰ σὲ κάθε βῆμ’ ἀνοίγει,
ποῦ τ’ οὐρανοῦ τὰ δι̰άφανα καὶ ζαφειρένια βάθη
καλοῦν τὸ πνεῦμα εἰς γῆν φωτὸς καὶ κάλλους νὰ πετάξῃ,
ὁποῦ φωλι̰άζει ἡ ποίηση βαθει̰ὰ σὲ κάθε στῆθος
καὶ τὰ τραγούδια ἀνθίζουνε στὰ χείλη σἄν λουλούδι̰α —
Σ’ αὐτὴ τὴ γῆ πῶς γίνεται ποτὲ νὰ μὴ γεννήθη
καὶ νὰ μὴν ἔζησε κἀνεὶς μεγάλος καλλιτέχνης,
νὰ μὴν ἐδημιούργησε μὲ μαγεμένη σμίλη
τὰ μαρμαρένια κάλλη σου ποῦ γράφ’ ἡ Ἱστορία ;
Ποῦ κρύβονται τὰ ἔργα του μαζὶ μὲ τ’ ὄνομά του ;
Σὲ ποι̰ὸν ἀγρό, ποῦ ἀνύποπτος τὸν σπέρνει ὁ ζευγολάτης ;
Σὲ ποι̰ὸν παράμερο γι̰αλό, ποῦ ξένοι̰αστος ὁ ναύτης
ἀράζει τὴ βαρκοῦλά του μ’ ἕνα γλυκὸ τραγοῦδι ;
Σὲ τίνος φτωχικοῦ σπιτι̰οῦ κοιμᾶται τὰ θεμέλια ;
Ἐμεῖς μ’ εὐλάβεια σήμερα, μὲ χέρι ἀγαπημένο
συνάζομεν τὰ θρύμματα κληρονομι̰ᾶς ἁγίας.
Ἀλλ’ ὅμως θἄλθῃ ἕνας καιρός, θὰ ξημερώσῃ μέρα,
ὦ θαλασσοθεμέλι̰ωτη πατρίδα, ποῦ
ἡ περασμένη δόξα σου, πεντάμορφη καὶ ἀκαίρια
θὰ λάμψῃ σ’ ἕνα Ἀπόλλωνα, σὲ κάποι̰αν Ἀφροδίτη.
Σίγουρα σε ένα νησί που δικαιολογημένα έχει κατοχυρώσει την ονομασία «Νησί της Ποίησης», ο Αριστομένης δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ο αποκλειστικός υμνητής της Σιφνιοσύνης. Οι Ιωάννης Γρυπάρης και Θεοδόσης Σπεράντσας, μεταξύ πολλών άλλων, διεκδικούν επαξίως τις δικές τους δάφνες. Όμως ο Προβελέγγιος με τις αναρίθμητες αναφορές του στη Σίφνο καταλαμβάνει τα πρωτεία. Και αν η Σίφνος τον έχει παραμελήσει μέχρι τώρα, στον βαθμό που ακόμη και ακραιφνείς πιστοί φίλοι του νησιού αγνοούν την σχέση του με τον γενέθλιο τόπο, ποτέ δεν είναι αργά για να υιοθετηθεί από τις αρχές του νησιού το ποίημα αυτό ως ο επίσημος «Ύμνος της Σιφνιοσύνης». Τί καλύτερη δωρεάν προβολή για έναν τόπο που θέλει να παινεύεται ως το διαχρονικό νησί των Γραμμάτων;
Στις πολυπολιτισμικές μέρες μας η πατροπαράδοτη έννοια της Σιφνιοσύνης κινδυνεύει με αλλοτρίωση και εξαφάνιση. Αργά αλλά σταθερά, οι παραδοσιακές αξίες δεν εκσυγχρονίζονται, όπως θα ήταν το φυσιολογικό, αλλά παραδίδονται αμαχητί στα σημεία των καιρών ακολουθώντας την ραγδαία εισβολή των «μηχανών». Έτσι, ένας τόπος που διατηρήθηκε οικονομικά αυτόνομος και αυτοδύναμος μέσα στους αιώνες, όπως όλα τα παραμελημένα μέρη της νησιωτικής Ελλάδας, κινδυνεύει άμεσα να αποκτήσει ανεπίστρεπτη εξάρτηση από τις σειρήνες των ανέσεων και της εκχώρησης κατατμημένης γης σε μέτοικους. Η κλασσική σιφνιακή παροιμία τού «μέτρου» έχει πλέον πλήρως αντιστραφεί σε «σπίτι όσο θωρείς και χωράφι όσο χωρείς». Τουλάχιστον η παρηγορητική ποίηση και ο Προβελέγγιος παραμένουν πάντοτε επίκαιροι.
Σημείωση: το θέμα πραγματεύονται με πολλές περισσότερες πληροφορίες οι κύριοι βιογράφοι του Αντώνιος Κανακάρης («Αριστομένης Προβελέγγιος», έκδ. Συνδέσμου Σιφνίων, 1961) και Αλέξανδρος Πετρόπουλος («Ο Τραγουδιστής του Αιγαίου», Β΄ αυτοέκδοση, 1999).
Αλκιβ. Ν. Λεμπέσης
Πειραιάς, 10 Απριλίου 2026


0 σχόλια