Ο «Άσωτος Υιός» της Σίφνου
Η τραγική ζωή του Κλεάνθη Τριαντάφυλλου ή «Ραμπαγά».
Γράφτηκε ειδικά και δημοσιεύτηκε στο τεύχος 12 (2025) του ετήσιου περιοδικού YOU ARE HERE της Σίφνου
ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε τῷ πατρί· ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι
καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον, καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε
ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ·
ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ καταφαγών σου
τὸν βίον μετὰ πορνῶν, ἦλθεν, ἔθυσας
αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν.
(εκ του κατά Λουκά. 15: 11-32).
Σπεύδω να προλάβω τυχόν αντιδράσεις και να ξεκαθαρίσω, πως ο τίτλος δεν σκοπεύει στο να αποκαθηλώσει την ηρωοποιημένη μορφή του Σιφνιού ποιητή Κλεάνθη Τριαντάφυλλου, περισσότερο γνωστού ως «Ραμπαγά» από την ομώνυμη σατιρική εφημερίδα, με την οποία μεσουράνησε στο πανελλήνιο για περισσότερο από μια δεκαετία τον 19ο αιώνα. Το αντίθετο, μάλιστα.
Μετά από μακριά ενασχόληση σε ο,τιδήποτε έχει γραφτεί γι’ αυτόν, έχω την ακράδαντη πεποίθηση, πως ακόμη και οι ίδιος θα έσπευδε να υιοθετήσει με φανερή περιπαικτική ικανοποίηση την αποκλειστικότητα του τίτλου για τον εαυτό του.
Στον περιορισμένο χώρο του άρθρου αυτού θα προσπαθήσω να δώσω μια περιεκτική εικόνα της προσωπικότητας και του έργου του. Η πρωτογενής έρευνά μου τον βρίσκει γεννημένο στα Εξάμπελα της Σίφνου αρκετά χρόνια πριν από την ημερομηνία, που οι μέχρι τώρα βιογράφοι του έχουν λανθασμένα υιοθετήσει. Σχεδόν μια δεκαετία μεγαλύτερος από τον Αριστομένη Προβελέγγιο, ο Κλεάνθης Τριαντάφυλλος, όπως διάλεξε να υπογράφει (ή -σωστότερα- Τριανταφύλλου, όπως ήταν το οικογενειακό του επώνυμο), είναι ο πρώτος χρονολογικά από την γνωστή τριάδα Σιφνιών ποιητών του τέλους του 19ου αιώνα (Προβελέγγιος και Γρυπάρης, οι άλλοι δύο). Ας μην ξεχνάμε, πως η Σίφνος δεν θεωρείται μόνον το «νησί των Ποιητών» λόγω του μεγάλου αριθμού τους, αλλά περισσότερο το «νησί της Ποίησης», αφού σχεδόν όλοι οι Σιφνιοί καλλιεργούν την ρίμα, είτε στην καθημερινή ντοπιολαλιά τους είτε στα παραδοσιακά γλέντια και τα κάλαντα σε κάθε εορταστική ευκαιρία.
Δασκαλοπαίδι από οικογένεια που αριθμεί 7 διδασκάλους, ο Κλεάνθης ξεκίνησε την σταδιοδρομία του ώς δάσκαλος κι αυτός στην Άνδρο, προτού ανοίξει τα φτερά του για το πολιτιστικό κέντρο της Μεσογείου της εποχής εκείνης, την Πόλη. Εκεί δεν άργησε να καθιερωθεί στους δημοσιογραφικούς κύκλους των ελληνόφωνων εντύπων με μεταφράσεις και αθυρόστομα δημοσιεύματα, που γρήγορα τον ξεχώρισαν. Αλλά και ανατρεπτικά καυστικά κείμενα κατά των Οθωμανών, που τον ανάγκασαν να διαφύγει στην Ελλάδα μέσα στη νύχτα, μεταμφιεσμένος σε Εγγλέζο ναύτη. Σχεδόν αμέσως με την άφιξή του στην Αθήνα, μαζί με τον «κολοσσό» της ελληνικής δημοσιογραφίας, τον Βλάση Γαβριηλίδη, μετέπειτα διευθυντή και εκδότη της εφημερίδας ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ, οδηγήθηκαν στην έκδοση του πρώτου φύλλου της «πολιτικοσατυρικής» εφημερίδας ΡΑΜΠΑΓΑΣ το δεκαπενταύγουστο του 1878.


Ο τίτλος, που θα τον συνοδεύει εν είδει ψευδωνύμου έκτοτε, είναι χρησιδάνειο από μια απαγορευμένη στην Ελλάδα (1878) γαλλική κωμωδία του V. Sardou (Rabagas, 1872). Σήμαινε τον καιροσκόπο αντικαθεστωτικό και καταφερτζή λαϊκό ήρωα, που σπεύδει να γίνει «βασιλικώτερος του βασιλέως» μόλις αποκτήσει πλούτο και προσβάσεις στην εξουσία. Η λέξη «Ραμπαγάς», κατέληξε να γίνει συνώνυμο του σύγχρονου χαρακτηρισμού «μπαγάσας» (επιτήδειος πολιτικός κατεργαράκος) με ιδιότητες που διαιωνίστηκαν στην νεοελληνική (και όχι μόνο) πραγματικότητα. Ο Κλεάνθης γνώρισε μέσα από αυτόν τον τίτλο όχι μόνο επίζηλη προσωρινή δόξα και δημοφιλία, αλλά και απηνείς διώξεις, νομικές και οικονομικές.



Εφημερίς Πολιτικοσατυρική
Η εφημερίδα ΡΑΜΠΑΓΑΣ απέκτησε πανελλήνια αναγνωρισιμότητα μέσα στα 11 χρόνια και τα 976 φύλλα κυκλοφορίας της. Αλλά και αντίστοιχη με την επιδραστικότητά της δημοφιλία, σε βαθμό που ορισμένα από αυτά να πωλούνται σε πολλαπλές τιμές και στην «μαύρη αγορά». Ο ταλαντούχος στιχοπλόκος Κλεάνθης Τριαντάφυλλος φρόντιζε πάντα ώστε το έμμετρο ανατρεπτικό και αντιεξουσιαστικό πρωτοσέλιδο να περιλαμβάνει ένα «τραγούδι-ποίημα», που σχεδόν αμέσως θα βρισκόταν στα χείλη του καθημερινού λαού. Πολλές φορές μελοποιημένα, διακωμωδούσαν και καυτηρίαζαν όλα τα «κακώς κείμενα» της βασιλικής εξουσίας και της πολιτικής επικαιρότητας. Το παρωνύμιο «κ. Ραμπαγάς» ακολουθούσε πλέον τον Κλεάνθη και έγινε μόδα στην Αθήνα (ανδρικά καπέλλα στυλ Ραμπαγά, πιάτο σε μενού εστιατορίων, ομώνυμο καφενείο κλπ.).

Ήδη από το πρώτο κιόλας φύλλο της η εφημερίδα γνώρισε κατασχέσεις, φυλακίσεις, δικαστικές διενέξεις και αγώνες. Και τί το διαφορετικό θα περίμενε κανείς, όταν έκανε την παρθενική εμφάνισή της με μια εισαγωγή σαν την ακόλουθη: «Είμεθα όλοι Ραμπαγάδες εν Ελλάδι. Από του ανωτάτου μέχρι του κατωτάτου. Όσον μάλιστα υψούσαι εις τα κοινωνικά και πολιτικά μας στρώματα, τόσον ανευρίσκεις ταχύτερον, φαυλότερον ραμπαγαδισμόν….Διότι τι εστί Ραμπαγάς; Παληάνθρωπος! Ουδεμίαν έχει αρχήν, αίσθημα ουδέν, χαρακτήρα ουδένα...».
Το αδιαμφισβήτητο όσο και άμεσο στιχουργικό ταλέντο του Κλεάνθη οδήγησε την εφημερίδα σε αλλεπάλληλες κυκλοφοριακές επιτυχίες, ακόμη και όταν χωρίστηκαν οι δρόμοι τους με τον Γαβριηλίδη το 1880. Η ποιητική του φλέβα, μαζί με τις αυτοδίδακτες γνώσεις Γαλλικής, τον καθιέρωσε στους φιλολογικούς κύκλους ως τον «Έλληνα Βερανζέρο», όχι μόνο λόγω των δημοφιλών μεταφράσεων των ποιημάτων του Γάλλου de Béranger (1780-1857), αλλά και της μποέμικης κρασοκατανυκτικής κοσμοθεωρίας που μοιράζονταν. Σε βαθμό μάλιστα, που η αντιπαραβολή των μεταφράσεών του να λογίζεται πολλές φορές ως μετάπλαση με δυσδιάκριτα στεγανά ποιητικής απόδοσης. Τελείως ακροθιγώς αναφέρω και το επιπρόσθετο ογκώδες μεταφραστικό του έργο για τις ανάγκες της εφημερίδας σε ποίηση (Paul Déroulède, 1846-1914) και πεζογραφία (Paul de Kock, 1793-1871).
Ο τρόπος ζωής του, το επιχειρηματικό μοντέλλο κυκλοφορίας της εφημερίδας του και πάνω απ’ όλα οι τακτικές νομικές διώξεις οδήγησαν τελικά σε μια ολιγόμηνη περίοδο παύσης της έκδοσης. Χωρίς ποτέ βέβαια να παύσουν οι απαρέγκλιτες συντροφικές οινοποσίες στα μαγειρεία και τα καπηλειά, όπου ξοδεύονταν σε καρτούτσα και γιουβέτσια οι εκάστοτε καθημερινές εισπράξεις από τις πωλήσεις.

Η δεύτερη περίοδος κυκλοφορίας το 1887 υποτίθεται πως ξεκίνησε σε διαφορετικό, σοβαρώτερο μοτίβο αρθρογραφίας ως «εφημερίς φιλολογική, πολιτική και ευτράπελος -εκδιδομένη δις της εβδομάδος». Στους εξωτερικούς συνεργάτες περιλήφθησαν επίσημα (και χωρίς πλέον ψευδώνυμα) μεγάλα και γνωστά ονόματα λογίων αλλά και ποιητών της μετέπειτα Νέας Αθηναϊκής Σχολής, όπως ο ήδη καθιερωμένος Σιφνιός ποιητής Αριστομένης Προβελέγγιος αλλά και οι Παλαμάς, Δροσίνης, Πολέμης, Καμπάς κ.ά. Άλλωστε στα πρώτα βήματα της εφημερίδας ΡΑΜΠΑΓΑΣ οφείλουν εν μέρει οι τελευταίοι την πρώτη ψευδώνυμη γνωριμία τους με το αθηναϊκό αναγνωστικό κοινό. Επίσης σε αυτήν δοκιμάστηκε και ανδρώθηκε η ταλαντούχα γραφίδα και του άλλου σατιρικού πόλου της αθηναϊκής δημοσιογραφίας, του Γ. Σουρή, μέχρι που κυκλοφόρησε τον ΡΩΜΗΟ το 1883.
Δεν άργησε όμως η εφημερίδα ΡΑΜΠΑΓΑΣ να ξαναγίνει «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ» και να επανέλθει στο γνωστό αντιπολιτευτικό στυλ γραφής. Είτε ανταποκρινόμενη σε πολιτικές εξελίξεις, είτε αναζητώντας πωλήσεις μέσα απο μια πεπατημένη μέθοδο κολακείας του αντικαθεστωτικού ενστίκτου του εκδότη της και των αναγνωστών του. Φαίνεται όμως, πως οι καιροί είχαν αλλάξει, ο εκδοτικός ανταγωνισμός της εφημεριδομανίας του τέλους του 19ου αιώνα μόλις ξεκινούσε, τα αντιβασιλικά αισθήματα γνώριζαν περίοδο κάμψης.



Έτσι, τα προβλήματα άρχισαν να συσσωρεύονται και τα οικονομικά θέματα να πιέζουν. Ταυτόχρονα, η πολιτική εξουσία ένοιωσε πως μπορούσε να ξεφορτωθεί ευκολώτερα μια ανεξάρτητη φωνή και ξεκίνησαν νέες δικαστικές διαμάχες, προσωρινές φυλακίσεις και δικονομικά τερτίπια, όπως μεταφορά της δίκης εκτός πρωτεύουσας με αγράμματους διορισμένους αλβανόφωνους ενόρκους. Και σαν να μην αρκούσαν αυτού του είδους οι πιέσεις, ήρθαν και τα ανυπέρβλητα προβλήματα υγείας.
Η Αυτοκτονία
Το αποτέλεσμα ήταν αυτός ο επικούρειος πρόμαχος της ζωής, ο υμνητής του έρωτα και της καλοζωΐας, ο ξένοιαστος όσο και τραγικός «τζίτζικας» να βάλει τέλος στην περιπετειώδη ζωή του με ένα περίστροφο, μετά από ένα ανοιξιάτικο πρωινό περίπατο στο τέλος του Μαΐου 1889. Το βάρος των προβλημάτων ασήκωτο. Οικονομική δυσπραγία, μια καταδίκη σε επταετή φυλάκιση να επικρέμεται και, το χειρότερο, μια υγεία στα πρόθυρα της παράνοιας και της πνευματικής παραλυσίας. Και αυτός, που μόλις λίγα χρόνια πριν είχε γράψει έναν ύμνο στην ζωή με ένα ποίημα-καταπέλτη απέναντι σε αυτούς που διάλεγαν τον «εύκολο» δρόμο της αυτοκτονίας («ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑΙ», Ραμπαγάς, φ. 5ης Ιουλίου 1884), τώρα θα άφηνε πίσω του ένα συγκλονιστικό όσο και σπαραξικάρδιο στην λιτότητά του αποχαιρετιστήριο σημείωμα, δείγμα της απόγνωσής του.
Αδελφέ Γιώργη,
Αυτήν την ζωήν δεν την υποφέρω πλέον και αυτοκτονώ. Μέσα εις τον μικρόν σάκκον του ταξιδιού, εις την δουλάπαν, θα εύρης τα χρήματά μου περί τα 360 φράγκα, καθώς και το ρωλόγι μου με την αλυσσίδα μου. Το τουφέκι δεν επωλήθη. Από τον Σαράντην Οικονόμου παίρνεις 100 δρ. το αντίτιμον των προς πώλησιν δοθέντων εις αυτόν πραγμάτων.
Αφού όλοι με εγκατέλιπον, τί να κάμω;
Σε φιλώ, υγίαινε.
Ο αδελφός σου
Κλεάνθης Ν. Τριαντάφυλλος
Αιφνίδια αυτοχειρία, που θέτει τον Ραμπαγά στην χορεία των ποιητών με τραγικό τέλος, όπως οι Βιζυηνός, Μητσάκης, Φιλύρας, Καρυωτάκης κ.ά. Η εξουσία δεν θα παρέλειπε να δείξει το ανάλγητο πρόσωπό της και εδώ. Απαγόρευση νεκρωσίμου ακολουθίας ακόμη και με πιστοποιητικό ιατρού περί φρενοβλάβειας. Λες και η πράξη του ήταν διαφορετική από την μόδα των αυτοκτονιών, που είχε καταλάβει την τότε Ελλάδα σε βαθμό που ο ίδιος να γράφει: «Κ’ αντί να βγης το καύχημα / Των Χρηματιστηρίων, / Ελλάς μου ’στην Ανατολή / Θα βγης Αυτοκτονείον !…». Βρίσκω ογδόντα εννέα αυτοκτονίες μέσα στον μήνα Μάϊο του 1888 στην τότε μικρή Αθήνα με πληθυσμό μόλις 107.251 κατοίκων (απογραφή 15 Απρ 1889).
Ελάχιστοι φίλοι θα παραστούν στην κηδεία του, απόντες οι σύντροφοι και συνοδοιπόροι μιας ζωής κατά την εξόδιο εκφορά του. Μιά κηδεία, που ήδη ο ίδιος ο Ραμπαγάς σε ανύποπτο χρόνο είχε αποδώσει με το καυστικό του χιούμορ, επιλέγοντας το αυτοσαρκαστικό ποίημα του Βερανζέρου «Mon Enterrement» («Η Κηδεία Μου»), ύμνο στην ζωή και την νεότητα, που και νεκρούς ανασταίνουν. Μόνον ο συνάδελφός του Ν. Σπανδωνής θα του κάνει την νεκρολογία αποκαλώντάς τον «φίλο του φωτός, της ηδονής και της ζωής» ενώ ο ευαίσθητος Σουρής θα του αφιερώσει το συγκινητικό στιχούργημά του με τίτλο «Ένα δάκρυ μας πικρό σε τραγουδιστή νεκρό» (ΡΩΜΗΟΣ, 27 Μαΐου 1889).
Ο επί χρόνια συνεργάτης του και μετέπειτα βιογράφος του Δ. Ταγκόπουλος θα επιμεληθεί ένα αφιέρωμα στο περιοδικό ΠΟΙΚΙΛΗ ΣΤΟΑ ένα χρόνο αργότερα (Ημερολόγιο του 1891). Αλλά και σε αυτό, μόνον τρεις επώνυμοι θα τολμήσουν να συνδέσουν το όνομά τους με τον αντιεξουσιαστή τέως σύντροφο. Ο ένας από αυτούς θα ήταν φυσικά ο πάντα ευαίσθητος συντοπίτης Αριστομένης Προβελέγγιος με μια 12στιχη ελεγεία: «…Κόπτω μέ δάκρυα λίγα λουλούδια / Κ’ ἐπάνω στήν πληγή τήν ματωμένη / Πού ἔσβυσε τόσα γλυκά τραγούδια / Τά ραίνω μέ καρδιά συγκινημένη!». Ενώ το φιλολογικό-κριτικό κύκλωμα, ίσως και με την ανοχή του Κ. Παλαμά, βιαζόταν να αποκαθηλώσει τον προώρως απόντα, περιορίζοντας το ποιητικό του έργο, χαρακτηρίζοντάς το ως απλή στιχοπλοκία και εύπεπτα τραγούδια με ρηχή λυρικότητα και έμπνευση.
Η ακύρωση του πρωτοποριακού δημοσιογραφικού και ποιητικού έργου του Κλεάνθη Τριαντάφυλλου δεν θα μπορούσε να αντικατοπτριστεί με εναργέστερο τρόπο από την έλλειψη ακόμη και μιας οποιασδήποτε προσωπογραφίας ή φωτογραφίας του. Μοναδική απεικόνιση που έχουμε γι αυτόν είναι ένα μεταθανάτιο σκίτσο από μνήμης του Νικηφ. Λύτρα. Κάνοντας την τελευταία φράση του Ραμπαγά να ηχεί ενοχλητικά στα αυτιά μας έκτοτε: «Αφού όλοι με εγκατέλιπον, τί να κάμω;»

Λόγω έλλειψης χώρου υποχρεώνομαι να παραλείψω τα θαυμάσια άγνωστα εθνεγερτικά ποιήματα τού Κλεάνθη Τριαντάφυλλου με την βαθειά όσο και πραγματική πατριωτική διάθεση. Ή αυτά με την αντι-εκκλησιαστική αρχαιολατρική θεώρηση, όπως το μοναδικό «Σωκράτης και Χριστός». Αδικώ κι εγώ με τον τρόπο αυτό την ποίηση του Ραμπαγά, όσο βέβαια και οι φιλόλογοι που δεν έχουν ακόμη φροντίσει να την αποθησαυρίσουν. Θεωρώ πως η πολύπλευρη δημιουργία του Κλεάνθη δεν έχει ακόμη εκτιμηθεί ανάλογα με το πραγματικό βάρος της. Ίσως διότι η διαύγεια τού θυμο/φιλοσοφικού βάθους των νοημάτων της θολώνεται από τις πολυθεματικές καταγγελτικές φωνασκίες μιας αντιπολιτευτικής επικαιρότητας. Μια ασματογραφία όπου ο στίχος φέρει ξεκάθαρα την προσωπική σφραγίδα του Ραμπαγά με την γλυκόπικρη επίγευση. Πρέπει όμως και να αντιδράσω κατ’ ελάχιστο, παραθέτοντας τελείως ενδεικτικά ένα (σχετικά ουδέτερο κι ανώδυνο) γνωστό λυρικό ποίημά του. Από πολλούς έχει θεωρηθεί αριστουργηματικό, σίγουρα όμως είναι ενδεικτικό του ύφους του και πρόσφορο σε μεταφραστική απόδοση. Τίτλος του:
ΑΣΠΡΟ ΧΑΡΤΙ
Είναι το κάτασπρο χαρτί
Σαν την απείραχτη παρθένα
Δεν ξέρει ποιός θα του ριχτεί
Και ποιά θα το χαϊδέψει πέννα.
Μπορεί να τύχει ποιητής
Στον Παρνασσό να τ’ ανεβάσει
Μπορεί κι απλός μελανωτής
Την παρθενιά του να χαλάσει.
Ή Πάπας άγιος φριχτό
Αφορεσμό να σφενδονίσει
Κ’ ένα πλανητή σερπετό
Σούζο ακίνητο να στήσει.
Μπορεί Βαγγέλιο ιερό
Να διαβαστεί στο πρόσωπό του
Ή συναξάρι σοβαρό,
Ή ιστορία Δον Κιχώτου.
Μπορεί να λάχει Σολωμός
Τη λευτεριά μ’ αυτό να ψάλει,
Μπορεί χοντρός λογαριασμός
Να το μαυρίσει του μπακάλη.
Μ’ αυτό και Νεύτων ημπορεί
Κοπέρνικος ή Γαλιλαίος
Να λύσει πρόβλημα βαρύ
Και ν’ ανατείλει κόσμος νέος.
Σ’ αυτό που γράφω τούτα δω
Ποιός ξέρει τι θα γράφαν άλλοι;
Μα τί με μέλλει ! Τραγουδώ
Ό, τι κι αν μούρθει στο κεφάλι.
Είναι το κάτασπρο χαρτί
Σαν την απείραχτη παρθένα
Δεν ξαίρει ποιός θα του ριχτεί
Και ποιά θα το χαδέψει πέννα !
Τραμπούκος
(ΡΑΜΠΑΓΑΣ 18Απρ1879)
Η αποκατάσταση
Βέβαια, η ίδια η ζωή έμελλε πολλά χρόνια αργότερα να εστιάσει όχι στην ποίηση, αλλά στο αντιεξουσιαστικό μήνυμα της ανεξάρτητης φωνής του Ραμπαγά. Ο Σιφνιός ποιητής και ιατροδικαστής Αριστ. Πρόκος επανέφερε τον Κλεάνθη στο προσκήνιο δημοσιεύοντας αρχικά ένα βιβλίο με θέμα «Η Ζωή, Η Δράση και το Έργο του Κλεάνθη Τριαντάφυλλου» (έκδοση του 1933 από τον Σύνδεσμο Σιφνίων). Σε αυτό εμπεριέχεται και μια νέα «εκλογή» κυρίως λυρικών ποιημάτων, που συμπληρώνει την ανθολογία του Δ. Ταγκόπουλου «Τα Τραγούδια του Ραμπαγά». Ακολούθησε άρθρο του Πρόκου στο περιοδικό ΕΣΤΙΑ (τεύχος 185) εν είδει αναψηλάφησης της «Δίκης του Ραμπαγά».


Απολλωνία
Οικία Λ. Πολενάκη
Το 1959 η Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών εντοίχισε αναμνηστική πλάκα στο οικογενειακό σπίτι του στην Απολλωνία στα πλαίσια λογοτεχνικού προσκυνήματος στο νησί των Ποιητών. Την σκυτάλη για την παλινόρθωση της κοινωνικής σημασίας του υποδείγματος αγωνιστικότητας του Τριανταφύλλου αναλαμβάνουν, λίγο αργότερα, τα φλογερά άρθρα τού πολυγραφότατου και διεισδυτικού Γ. Βαλέτα. Το πρώτο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ το 1964 με τίτλο «Ο Αληθινός Ραμπαγάς» (τεύχος 879). Μέσα από μια διθυραμβική ραψωδία 17 σελίδων, ο συγγραφέας αναδεικνύει έναν πολιτικό, αν και χωρίς κομματική ταυτότητα, «σύντροφο» σε κοινωνικούς αγώνες, που έρχονται από το ανύποπτα μακρινό παρελθόν. Ίσως με κάποια υπερβολή θεωρώντας τον «ως συνεχιστή του Ρήγα», εκτιμά πως το πατριωτικό και αντισυμβατικό παράδειγμα του Ραμπαγά είναι άξιο όχι μόνο μελέτης αλλά και μίμησης. Επανατοποθετώντας τον οικείο Κλέανθη σε βάθρο, όπου από κάτω αναγράφονται με χρυσά γράμματα τίτλοι τιμής όπως «οραματιστής, ιδεολόγος, μαχητής».

Όχι άδικα, οι σύγχρονοι Σιφνιοί με το ανέκαθεν προοδευτικό πρόσημο ανταποκρίθηκαν. Ήδη από το 1963 ανέθεσαν στον γλύπτη Κώστα Κλουβάτο την κατασκευή τής εκφραστικά συμπαθητικής προτομής του Ραμπαγά, που από το 1964 μέχρι σήμερα κοσμεί την ομώνυμη πλέον «πλατεία Ραμπαγά» στην Απολλωνία Σίφνου. Παρ’ όλη την σειρά πολιτικών διώξεων και περιπετειών που ακόμη και αυτό το άψυχο γλυπτό γνώρισε, μια «τύχη» που εξακολούθησε να κατατρύχει τον Ραμπαγά ακόμη και έναν αιώνα μετά τον θάνατό του. Σήμερα πάντως, σε μια περίεργη στροφή της ζωής, η ψυχή του Ραμπαγά ευφραίνεται επιβλέποντας αφ’ υψηλού τα τσίπουρα, τα ρακόμελα και τους μεζέδες να πηγαινοέρχονται στο γαστρονομικό στέκι που έγινε «η πλατεία του» και ολόκληρη η γύρω περιοχή του Στενού. Και ίσως αραιά και πού, κάποιο από αυτά τα θηλυκά, που τόσο πολύ αγάπησε, να σηκώνει και το ποτήρι της προς την μεριά του.


“Άσωτος Υιός”;

Από την δική μου μεριά, θα πρέπει να σημειώσω πως, ακόμη και αν κάποιος επικροτεί απολύτως την μεταθανάτια ηρωοποίηση της ρηξικέλευθης προσωπικότητας του Κλεάνθη Τριαντάφυλλου, εν τούτοις υπάρχουν αρκετές επιφυλάξεις για την κατά καιρούς αχρείαστη προσπάθεια «αγιοποίησής» του, έστω και διά παραλείψεως. Πέρα από τους αξιομίμητους κοινωνικούς του αγώνες, το υπόλοιπο παράδειγμα της καθημερινής περιπετειώδους και μποέμικης ζωής του, στα όρια ενός προοδευτικού αναρχισμού, μόνον εξ αντιθέσεως προς τα «χρηστά ήθη» θα μπορούσε να αποτελέσει οδηγό διαπαιδαγώγησης. Μάλιστα, η όλη πορεία της ζωής του προσομοιάζει με αυτή του κεντρικού ήρωα της γνωστής τρίτης Ευαγγελικής παραβολής του Ασώτου.
Εάν σε αυτήν προσθέσουμε και το γεγονός πως πουθενά στο στιχουργικό του έργο –περιέργως- δεν απαντάται ούτε μία αναφορά στην γενέτειρά του Σίφνο, σχεδόν ούτε καν χρήση μιας κάποιας Σιφνέϊκης έκφρασης, τότε ο χαρακτηρισμός μου ως «Ασώτου Υιού της Σίφνου» γίνεται ιδιαίτερα επίκαιρος. Και ίσως έτσι εξηγείται το γιατί οι πιστοί Σιφνιοί, εν είδει βιβλικού πονετικού πατρός, σφάζουν γι’ αυτόν ειδικά τον «μόσχον τον σιτευτόν».
Για το κλείσιμο του άρθρου δυσκολεύομαι να επιλέξω κάποιους από τους αναρίθμητους όσο και πολυποίκιλους στίχους του. Με βάση την στιχοπλαστική παράδοση της Σίφνου, εστιάζω τυχαία και πολύ πρόχειρα σε ένα δίστιχο του αθυρόστομου και παιγνιώδους Ραμπαγά από τα Χριστούγεννα του 1880 με επίκαιρες προεκτάσεις: «Χριστός γεννάται σήμερον «εν Βηθλεέμ τη πόλει» / Γιατί, αν γεννιότανε εδώ… τον παίρναν οι διαόλοι».


(A.Rodin, private collection)

© Αλκιβ. Ν. Λεμπέσης
Μυστηριοδίφης
Πειραιάς, 25 Φεβρουαρίου 2025
Προδημοσίευση της ομώνυμης παρουσίασης από το Ε’ Διεθνές Κυκλαδολογικό Συνέδριο στο περιοδικό YOU ARE HERE (2025) της Σίφνου
Διαβάστε την δημοσίευση σε μορφή PDF
2 σχόλια
Reply


Πολύ ενδιαφέρον και εμπεριστατωμένο άρθρο. Αναβάθμισε το περιοδικό …
Μανόλης Αναστασιάδης, ΣΙΦΝΑΪΚΑ ΝΕA
Αντιπρόεδρος Εν. Κυκλαδικού Τύπου (2024-)
Ευχαριστώ πολύ για την φιλόφρονη έκφραση της άποψής σου, δεδομένης της ιδιαίτερης ευαισθησίας σου όχι μόνο για καθετί Σιφνέικο αλλά και ειδικά για τον “πρωτομάρτυρα της Δημοκρατίας” Ραμπαγά (κατά Γ. Βαλέτα).